πιστός


πιστός
3 верный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πιστός" в других словарях:

  • πιστός — ή, ό 1) верный, преданный, постоянный; 2) верующий (человек): πιστός χριστιανός верующий христианин …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πιστός — 1 liquid masc nom sg πιστός 2 to be trusted masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστός — I Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καταγόταν από την Έδεσσα της Ελλάδας και μαρτύρησε επί Μαξιμιανού (285 305), μαζί με τη μητέρα του Βάσσα και τα αδέλφια του Θεογόνιο και Αγάπιο. Η μνήμη τους τιμάται στις 21 Αυγούστου. II Επίσκοπος της… …   Dictionary of Greek

  • πιστός — ή, ό 1. αυτός που πιστεύει κάπου, ο αφοσιωμένος, έμπιστος: Έμεινε σ όλη τη ζωή του πιστός σύντροφος της γυναίκας του. 2. ακριβής: Πιστή αντιγραφή, μετάφραση κτλ. 3. στον πληθ. ως ουσ., οι αφοσιωμένοι στο θεό, στη θρησκεία τους, οι αληθινοί… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιστός — [пистос] …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πιστότερον — πιστός 1 liquid adverbial comp πιστός 1 liquid masc acc comp sg πιστός 1 liquid neut nom/voc/acc comp sg πιστός 2 to be trusted adverbial comp πιστός 2 to be trusted masc acc comp sg πιστός 2 to be trusted neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστοτάτω — πιστός 1 liquid masc/neut nom/voc/acc superl dual πιστός 1 liquid masc/neut gen superl sg (doric aeolic) πιστός 2 to be trusted masc/neut nom/voc/acc superl dual πιστός 2 to be trusted masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστοτάτων — πιστός 1 liquid fem gen superl pl πιστός 1 liquid masc/neut gen superl pl πιστός 2 to be trusted fem gen superl pl πιστός 2 to be trusted masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστοτέρων — πιστός 1 liquid fem gen comp pl πιστός 1 liquid masc/neut gen comp pl πιστός 2 to be trusted fem gen comp pl πιστός 2 to be trusted masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστοτέρως — πιστός 1 liquid adverbial comp πιστός 1 liquid masc acc comp pl (doric) πιστός 2 to be trusted adverbial comp πιστός 2 to be trusted masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστότατα — πιστός 1 liquid adverbial superl πιστός 1 liquid neut nom/voc/acc superl pl πιστός 2 to be trusted adverbial superl πιστός 2 to be trusted neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)